Παραμεθόριος

Καταγράφοντας την Ιστορία της Χίου

ΑΡΧΟΝΤΙΚΟ ΠΑΝΤΕΛΙΔΗ

ΑΡΧΟΝΤΙΚΟ ΠΑΝΤΕΛΙΔΗ , ΤΟ ΘΡΥΛΙΚΟ ΓΑΛΛΙΚΟ ΠΡΟΞΕΝΕΙΟ

Θυμίαμα στα γεγονότα που συνέβησαν εκεί στις Σφαγές του 1822 και στην οικογένεια Παντελίδη.
Ήτανε το 2002, όταν διάβηκα για πρώτη φορά την κεντρική είσοδο του περίφημου αρχοντικού της οικογένειας Παντελίδη για να καταγράψω την φοβερή ιστορία του. Δεύτερη φορά τη διάβηκα χτές και οι οικοδεσπότες Γιάννης και Φανή Παντελίδη, το γένος Λιτσού με υποδέχτηκαν με περισσή ευγένεια, με την παραδοσιακή φιλοξενία των αρχόντων του κάμπου και μου επανέλαβαν την ιστορία της οικογένειας τους και του σημαντικότατου αρχοντικού.
Πάνω στην περίφημη βεράντα και την μοναδική στον κάμπο σιδερένια γέφυρα που κοσμεί την αυλή μου άνοιξαν τις καρδιές τους.
«Το κτήμα είναι 25 στρέμματα, την περίοδο της Σφαγής του 1822 το έλεγαν «της παντιέρας» γιατί εδώ κυμάτιζε η Γαλλική σημαία επειδή ήταν το Γαλλικό προξενείο», λέει ο κ. Γιάννης Παντελίδης.
Η αφήγηση του κ. Γιάννη και της κ. Φανής συμφωνεί απόλυτα με όσα γράφει ο Γ. Ζολώτας στην ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΧΙΟΥ ΤΟΜΟΣ Γ’ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ ΣΕΛ. 519 έως ΚΑΙ 520:
«Στη Χώρα σώθηκαν λίγοι, κυρίως Καθολικοί, όσοι κατέφυγαν στο Γαλλικό προξενείο, στην οικία του Γάλλου προξένου Αλέξανδρου δe Beuville στο Φραγκοβούνι.»
Αισχρή συμπεριφορά έδειξαν ο Πρόξενος της Αγγλίας Γιανούτσης και της Αυστρίας Στιέποβιτς, οι οποίοι συνεργαζόταν με τους Τούρκους και παρέδωσαν σ’ αυτούς όσους προσέφυγαν στα προξενεία τους για να σωθούν από τη Σφαγή. Απεκόμισαν δε τεράστια οφέλη, ιδίως ο πρώτος, ανυπολόγιστους θησαυρούς. Λαμπρά στάθηκε, και το πλήρωσε με τη ζωή του με φρικτό θάνατο ο Πρόξενος της Δανίας Κ. Σαλονικιός, , ο οποίος στήριζε την ελληνική επανάσταση και τους Χιώτες. Κλείστηκε στην οικία του μαζί με Χιώτες που είχαν προσφύγει εκεί, και ύψωσε τη σημαία της Δανίας, Όμως ό ίδιος ο Βαχίτ πασάς μπήκε εκεί με οπλοφόρους, αψήφησε τη σημαία και τον απήγαγε μαζί με την οικογένεια του.

O πρόξενος της Γαλλίας Αλέξανδρος De Beuville ακολούθησε στάση ίσων αποστάσεων και γρήγορα έφυγε από το νησί και τον διαδέχθηκε ο Κάρολος Διζόν, (Dizon) αξιωματικός του στρατού. Αυτός δίστασε προς στιγμή να αποφασίσει μεταξύ των οδηγιών που είχε και την φωνής του ανθρωπισμού του, η οποία υπερίσχυσε τελικά,. Άνοιξε διάπλατα την πόρτα του Προξενείου και περιέθαλψε περίπου 1500 Έλληνες , τους οποίους έκρυψε στην ευρύχωρη εκκλησία του προξενείου, απο τους οποίους ζήτησε να κάνουν απόλυτη σιγά και τους ορκίστηκε στη στρατιωτική του τιμή ότι θα πεθάνει μαζί τους. Γύρω από το κτίριο μαινόταν η φωτιά και οι σφαγές. Ο Διζόν έβαλε έναν Καθολικό ιερέα στην πόρτα της εκκλησία να παρηγορεί τις γυναίκες και έναν Γάλλο κλητήρα να επιτηρεί και αυτός με το σπαθί στο ένα χέρι και με λευκή σημαία στο άλλο βγήκε έξω ορμητικά και άρχισε να μάχεται εναντίων των Τούρκων που είχαν κυκλώσει το κτίριο.. Αυτοί σε έκταση τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν στον Βαχίτ πασά. Ο Διζόν με υπερήφανη στάση κατόρθωσε να πάρει υπόσχεση από το θηρίο ότι οι Τούρκοι δεν θα πειράξουν τον κόσμο που στεγάζει στο προξενείο και την εκκλησία. Ζήτησε και έλαβε φρουρά δέκα Τούρκων για το προξενείο και την εκκλησία, όπως και για τα άλλα προξενεία και κυρίως της Νεαπόλεως, όπου είχαν καταφύγει ο Επίσκοπος και οι άλλοι Καθολικοί κληρικοί. Διαρκώς δε στη συνέχεια ήταν φύλακας άγγελος όλης της Καθολικής κοινότητας και πολλών Ελληνικών οικογενειών».
Αυτός ο άνθρωπος, ο Dizon δεν έχει τιμηθεί, δεν τον θυμάται κανείς, λίγοι γνωρίζουν την γενναία πράξη του…
Το προξενείο δεν έπαθε τίποτα την περίοδο της Σφαγής, αλλά σχεδόν καταστράφηκε από το σεισμό του 1881. Σώζονται έως σήμερα ένα τμήμα του εξωτερικού τοίχου, μέρος των θεμελίων του πύργου, κάποια τμήματα στο ισόγειο, τα τρία πηγάδια, οι στέρνες, η κεντρική από τις οποίες έχει μετατραπεί σε ένα αρχοντικότατο καθιστικό και ένα κτίσμα που πρέπει να ήταν αποθήκη. Σώθηκε ακόμη τμήμα της κεντρικής εισόδου, το οποίο έχει αναπλασθεί ακριβώς ήταν τότε.
Στη συνέχεια ο πύργος και το κτήμα του «Κονσουλάτου» περιήλθαν στο παππά Σαράφη και γύρω στο 1835 αποκτήθηκαν από την οικογένεια των Γάλλων de Joinville ( Ζουανβίλ).
«Έτσι το κτήμα ονομάστηκε Γιαμπίλικο. Σε εμάς, την οικογένεια Παντελίδη πέρασε όταν η γιαγιά Κορνηλία παντρεύτηκε τον παππού Νίκο και απόκτησαν τον Γιάννη που είχε εργοστάσιο σαπουνιών στην Αλεξάνδρεια, το Μενέλαο που ήταν επιχειρηματία, τον Πέτρο που ήταν καθηγητής μουσικής και τον Κώστα που ήταν διευθυντής της Τράπεζας Χίου και έμενε στο κτήμα.
Πριν το σεισμό, το κτήμα απέδιδε σχεδόν ένα εκατομμύριο εσπεριδοειδή το χρόνο, ήταν πολύ καλό. Μετά το σεισμό καταστραφήκαμε. Γκρέμισε ο πύργος, αλλά το χειρότερο ήταν ότι στο υπέδαφος δημιουργήθηκαν ρήγματα και η μπήκε μέσα η θάλασσα. Τα πηγάδια γέμισαν αλάτι και το κτήμα καταστράφηκε. Αλλά ο παππούς Νίκος ήταν δαιμόνιος, καταστραμμένος αλλά ικανότατος. Το παλιό λιμάνι της Χίου ήταν σε τραγική κατάσταση. Πολλοί είχαν καταθέσει μελέτες για την δημιουργία νέου, αλλά ο Σουλτάνος είχε απορρίψει όλες τις προτάσεις. Πήγε ο ίδιος στην Κωνσταντινούπολη, συμφώνησε με τον Τραπεζίτη Ηλιάσκο, δημιούργησαν την «Εταιρεία Λιμένος Χίου», υπέβαλλαν νέα μελέτη στην Υψηλή Πύλη, ο Σουλτάνος τη δέχτηκε και έγινε το τεράστιο και πρωτοποριακό έργο για την εποχή του» . Όταν ρωτήσαμε τον κ. Γιάννη τι ήταν αυτό που έκανε το Σουλτάνο να δεχθεί την πρόταση Παντελίδη – Ηλιάσκου, ενώ είχε απορρίψει όλες τις προηγούμενες, μας απάντησε «δεν ξέρω».
Υπόθεση δική μου είναι ότι δεν ζήτησε χρήματα από την Υψηλή Πύλη. Κατασκεύασε το νέο λιμάνι με χρηματοδότηση του Ηλιάσκου και έβγαλε τα κέρδη από την διαχείριση για τα επόμενα 50 χρόνια της νέας Γής και των οικοπέδων – φιλέτων που δημιουργήθηκαν. Οι εργασίες κατασκευής άρχισαν το 1895 και ολοκληρώθηκαν το 1904, παρά τις εντονότατες αντιδράσεις που υπήρχαν για την κατασκευή του, από συντεχνίες επαγγελματιών που θίχτηκαν τα συμφέροντα τους.
«Ο παππούς Νίκος ήταν ισχυρός χαρακτήρας και όταν έβαζε στόχο κάτι, το έκανε. Ο πατέρας μου Κώστας παντρεύτηκε τη Θάλεια Πατρώνα, τη μητέρα μου. Αδέλφια μου είναι ο Ισίδωρος και ο Νίκος. Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 όλα τα αδέλφια φύγαμε στο εξωτερικό Με το Νίκο μεταναστεύσαμε στο Κογκό και κάναμε τις δικές μας επιχειρήσεις . Ο πατέρας μου πέθανε το 1958. Εμείς επιστρέψαμε για πρώτη φορά το 1981. Το κτήμα και το σπίτι ήταν καταστραμμένα, σε άθλια κατάσταση. Το απόκτησα το 1982, αγοράζοντας τα μερίδια των αδελφών μου με τους οποίους έχουμε μεγάλη αγάπη. Το πήρα για να το σώσω, να το ξαναφτιάξω και να το αφήσω στα παιδιά μου, τη Θάλεια και την Ειρήνη, την Έρι. Αποφάσισα μετά τη σύνταξη μου να επιστρέψω και να μείνω μόνιμα στο σπίτι μου, στο πατρικό της οικογένειας μου. Αν δεν υπήρχε αυτό, θα έμενα στο Κογκό».
Ευχαρίστησα θερμά τον κύριο Γιάννη και την κυρία Φανή για την τιμή που μου έκαναν. Ένοιωσα την ίδια συγκίνηση που νοιώθω πάντα όταν περνάω από αυτό το αρχοντικό, γιατί γνωρίζω την ιστορία του. Όταν περνάμε από εκεί, ας κλείνουμε ευλαβικά το κεφάλι, αποτίοντας φόρο τιμής σε όσους ανθρώπους διαμόρφωσαν την ιστορία του και σε όσα γεγονότα έχουν διαδραματισθεί εκεί.

Next Post

Previous Post

Leave a Reply

© 2018 Παραμεθόριος

Theme by Anders Norén